Άρθρο στο Καρφί.
Είναι θετικό ότι άνοιξε η δημόσια συζήτηση για τον τουρισμό στη πόλη μας. Αυτός εξ άλλου ήταν και ο στόχος της συνέντευξής μου στον Guardian. Υπήρξαν κάποιες ατυχείς -ή και κατευθυνόμενες- αντιδράσεις που επιχείρησαν να τη διαστρεβλώσουν. Γιατί η κ. Κεφαλογιάννη δεν υπερασπίστηκε την Αθήνα.
Υπερασπίστηκε τις αντιλήψεις που ενδιαφέρονται μόνο για την βιτρίνα, αφήνοντας την πόλη να πιέζεται, να αδειάζει από μόνιμους κατοίκους, να μετατρέπεται σε άθροισμα Airbnb. Μια πόλη που φθείρεται, ακροβατεί, σπρώχνει τους ανθρώπους της προς τα έξω.
Η δική μας θέση είναι καθαρή. Η Αθήνα είναι μια ανοιχτή και φιλόξενη για τους τουρίστες πόλη. Χαίρομαι γιατί έχει μετατραπεί σε έναν διεθνή προορισμό και μάλιστα για όλο τον χρόνο. Όμως αυτό το μεγάλο τουριστικό ρεύμα για να συνεχιστεί απαιτεί μέτρα πολιτικής, πόρους και συνεννόηση, ώστε η πόλη να είναι βιώσιμη και λειτουργική.
Μια πόλη όπου ο δημόσιος χώρος οργανώνεται γύρω και από τον κάτοικο και όχι μόνο, τον επισκέπτη. Είναι λάθος να ζητάς από μια πόλη να είναι φιλόξενη για όλους, εκτός εκείνους που την κατοικούν καθημερινά.
Τα στοιχεία απεικονίζουν το πρόβλημα.
- Αύξηση των ξενοδοχείων κατά 29,1% σε 7 χρόνια.
- Αύξηση των καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης κατά 36%.
Η αύξηση αυτή έχει τα καλά της. Μεγαλύτερο εισόδημα για τις επιχειρήσεις, περισσότερη απασχόληση εργαζομένων.
Όμως έχει και τις αρνητικές της πτυχές.
- Μεγάλη επιβάρυνση στην καθαριότητα.
- Αύξηση κατανάλωσης ενέργειας και νερού.
- Πίεση στις υποδομές και στα πεζοδρόμια.
- Κυκλοφοριακά προβλήματα.
- Αυξημένη πίεση και ακρίβεια στην κατοικία και στη λειτουργία των τοπικών κοινοτήτων.
Τι πρέπει να κάνουμε: Τουρισμός με κανόνες.
Πόλη ανοιχτή στον τουρισμό, αλλά λειτουργική και ανθρώπινη για τους κατοίκους της. Χρειάζεται επομένως ΣΧΕΔΙΟ, χρειάζονται πρόσθετοι ΠΟΡΟΙ.
Είναι ώρα να καθίσουμε σε κοινό τραπέζι η Πολιτεία, η Περιφέρεια, ο Δήμος Αθηναίων, οι ξενοδόχοι, οι επιχειρήσεις, το Εργατικό Κέντρο Αθήνας.
- Να συμφωνήσουμε σε περισσότερους περιορισμούς στην βραχυχρόνια μίσθωση, ειδικά σε περιοχές κορεσμένες.
- Να συμφωνήσουμε σε ένα χωρικό σχεδιασμό για την ίδρυση νέων ξενοδοχείων.
- Να συμφωνήσουμε στην απόδοση στον Δήμο Αθηναίων του τέλους ανθεκτικότητας που πληρώνουν οι τουρίστες αλλά ουσιαστικά τα παρακρατεί το κράτος. Αποδίδοντας στον Δήμο μόνο 0,62 ανά επισκέπτη.
Αυτά τα χρήματα θα λειτουργήσουν πλήρως ανταποδοτικά.
- Για επενδύσεις σε υποδομές.
- Για επενδύσεις στο πράσινο.
- Για συντήρηση πεζοδρομίων.
- Για καθαριότητα.
Για να μείνει η πόλη ζωντανή! Με το δικό της χρώμα, με καλύτερη καθημερινότητα για τους κατοίκους της.
Ζητάμε το αυτονόητο: Ο πόρος που παράγεται από την κόπωση της πόλης να επιστρέφει στην πόλη. Όχι ως φιλανθρωπική παραχώρηση, όχι ως επικοινωνιακό επίδομα, όχι ως υπουργική μεγαθυμία προς την αυτοδιοίκηση, αλλά ως θεσμική υποχρέωση. Μια κυβέρνηση που θέλει να εισπράττει από την τουριστική χρήση της Αθήνας, αλλά δυσφορεί όταν ο δήμαρχός της περιγράφει τις συνέπειες αυτής της χρήσης, δεν υπερασπίζεται την ανάπτυξη αλλά το δικαίωμα να ιδιωτικοποιεί το κέρδος, να κρατικοποιεί την προβολή και να δημοτικοποιεί τη φθορά.
Γιατί μια πόλη χωρίς κατοίκους, χωρίς πραγματική ζωή είναι μια πόλη ψυχρή, χωρίς ταυτότητα, χωρίς ενδιαφέρον.
Και τότε, όσο κι αν αυξάνονται τώρα οι αριθμοί, η Αθήνα θα πάψει να είναι ελκυστική. Γιατί οι επισκέπτες δεν έρχονται για να δουν μια σκηνή. Έρχονται για να ζήσουν μία αληθινή εμπειρία. Η επιλογή, λοιπόν, είναι ξεκάθαρη: να προστατεύσουμε την πόλη για να διασφαλίσουμε το μέλλον του τουρισμού της.
Πιστεύω βαθιά ότι μπορούμε να το πετύχουμε. Με κανόνες, με συνεργασία και με ένα κοινό όραμα. Για να παραμείνει η Αθήνα αυτό που είναι: μια πόλη που τη χαίρεσαι να τη ζεις.
