Επικοινωνία
ask@harisdoukas.gr
Back

Άρθρο στα “Νέα Σαββατοκύριακο”

Στον δρόμο του Σάντσεθ

Μαδρίτη, 2016. Το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα (PP) του Μαριάνο Ραχόι δεν καταφέρνει να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία στις εκλογές. Για να δοθεί λύση στο κυβερνητικό αδιέξοδο η ηγετική ομάδα του σοσιαλδημοκρατικού PSOE (ανάμεσά τους και ο Φελίπε Γκονθάλεθ) πιέζει τον αρχηγό του, Πέδρο Σάντσεθ, είτε να συμμετέχει σε κυβέρνηση της Δεξιάς, είτε να απέχει από την ψηφοφορία, ώστε ο Ραχόι να σχηματίσει κυβέρνηση (με την ανοχή των Σοσιαλιστών).

Ο Σάντσεθ αρνείται πεισματικά και τα δύο. Αποτέλεσμα; Παραιτούνται πολλά στελέχη του κόμματός του και ο ίδιος από επικεφαλής. Το PSOE δίνει ανοχή σε  κυβέρνηση της Δεξιάς, ο Σάντσεθ αρνείται να υπερψηφίσει και παραιτείται και από τη βουλευτική του έδρα, μένοντας πιστός στην ιδεολογία του, αλλά και στην πεποίθησή του ότι η ανοχή στη Συντήρηση ζημιώνει εκλογικά τους Σοσιαλιστές.

Η απόφασή του να παραιτηθεί από όλα τα αξιώματα, αντί να συμβιβαστεί, επιβραβεύθηκε με απόλυτο τρόπο λίγους μήνες αργότερα, όταν κατέβηκε υποψήφιος απέναντι στο φιλοδεξιό κομματικό κατεστημένο και επανεξελέγη αρχηγός του PSOE από τη βάση του κόμματος. Γύρισε όλη την Ισπανία με ένα Peugeot 407 για να επανασυνδεθεί με τη βάση και κατέγραψε, έτσι, μια θριαμβευτική επιστροφή, που έμεινε στην πολιτική ιστορία της Ευρώπης.

Οδήγησε το κόμμα σε διαδοχικές νίκες, περιόρισε τους ανταγωνιστές από την Αριστερά (Podemos) και είναι μέχρι και σήμερα ο Πρωθυπουργός της Ισπανίας, με ξεκάθαρο στίγμα και διακριτές πολιτικές προσανατολισμένες στο κοινωνικό όφελος. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν η φιλεργατική μεταρρύθμιση, η σημαντική αύξηση του κατώτατου μισθού, η διάθεση μεγάλου μέρους των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης στην περιβαλλοντική θωράκιση της χώρας, η μείωση και διατήρηση σε χαμηλά επίπεδα του ΦΠΑ σε βασικά είδη διατροφής, αλλά και μία ξεκάθαρη εξωτερική πολιτική, όπως η αναγνώριση του κράτους της Παλαιστίνης και η άρνηση να παραχωρήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες βάσεις για επιθέσεις κατά του Ιράν.

Αν για τους σημερινούς Σοσιαλιστές η περίπτωση του Σάντσεθ κρίνεται ως ενδιαφέρουσα, τότε η αντίθετη πορεία, που ακολούθησαν άλλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη, είναι απολύτως διδακτική. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, όπου το SPD συμμετείχε επανειλημμένα σε «μεγάλους συνασπισμούς» με τους Χριστιανοδημοκράτες, σήμερα βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά, πέφτοντας στις τελευταίες εκλογές κοντά στο 16%, ενώ αυτή τη στιγμή κινείται δημοσκοπικά ακόμη χαμηλότερα, γιατί πολύ απλά έχει «θολώσει» η ταυτότητά του στα μάτια των Γερμανών πολιτών. Το ίδιο παρατηρείται και στην Αυστρία, όπου το σοσιαλδημοκρατικό SPO (που παραδοσιακά βρισκόταν άνω του 30%) έχει αποδυναμωθεί, σε σχέση με το παρελθόν, μετά τη συγκυβέρνηση με το συντηρητικό OVP, με συνέπεια οι δημοσκοπήσεις να το μετρούν τώρα κοντά στο 18%. Παρόμοια πορεία εμφανίζει και το εργατικό κόμμα της Ολλανδίας (PvdA) το οποίο κατέρρευσε μετά την πενταετή συγκυβέρνησή του με το φιλελεύθερο κεντροδεξιό VVD. Πριν τη συγκυβέρνηση είχε πάρει στις εκλογές 25%, ενώ μετά έπεσε στο 5,7%.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, καταγράφεται ταυτόχρονα ενίσχυση των ακραίων πολιτικών δυνάμεων, αφού τα μεσαία και ευάλωτα κοινωνικά στρώματα είτε νιώθουν ότι δεν εκπροσωπούνται από τους Σοσιαλιστές και θέλγονται από τις σειρήνες της λαϊκίστικης Ακροδεξιάς είτε οι προτιμήσεις τους κατακερματίζονται σε μικρότερα αριστερά ή πράσινα κόμματα.

Δεν είναι συγκυρία, είναι κανόνας: Όταν η σοσιαλδημοκρατία θολώνει τις αρχές της και καταργεί τις ιστορικές διαχωριστικές της γραμμές από τη Δεξιά, χάνει την ψυχή της και τους ψηφοφόρους της. Όταν καλείται να συγκυβερνήσει  με τους πολιτικούς της αντιπάλους και να ασπαστεί το δόγμα της λιτότητας και των υπερ-πλεονασμάτων, τότε οι κοινωνικές πολιτικές υποχωρούν και οι όποιες κυβερνητικές επιτυχίες πιστώνονται στον ισχυρό εταίρο, δηλαδή στη Δεξιά. Με δυο λόγια, η Δεξιά μένει όρθια και ανανεώνει το ακροατήριό της, ενώ οι Σοσιαλιστές συρρικνώνονται και καταλήγουν με την κοινωνική δυσαρέσκεια να τους στοιχειώνει για πολλά χρόνια.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη και για το ΠΑΣΟΚ, που κατάφερε να αναστρέψει την πτωτική του πορεία, αλλά δυσκολεύεται να αποτελέσει κυβερνητική εναλλακτική. Πάντοτε τα σοσιαλιστικά/σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ανάμεσά τους και το ΠΑΣΟΚ, αντλούσαν δύναμη από τη σαφή αντιπαράθεση με τη Δεξιά, προτείνοντας ένα άλλο κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο με ξεκάθαρες κοινωνικές συμμαχίες.

Να γιατί η άρνηση της συνεργασίας με τη Δεξιά δεν είναι ούτε μονομερής, ούτε μονοθεματική διαδικασία, όπως ορισμένοι ισχυρίζονται. Όπως δείχνουν οι διεθνείς εμπειρίες, είναι κατεξοχήν ζήτημα πολιτικής στρατηγικής, διότι είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο πρέπει να οικοδομηθεί ένα Σχέδιο Δράσης, σε μια πορεία κινητοποίησης του κόσμου.

Αποτελεί, επίσης, προϋπόθεση για την προσπάθεια της παράταξης να ανακάμψει δυναμικά, να διευρυνθεί και να συγκεντρώσει τις διεκδικήσεις των χειμαζόμενων κοινωνικών στρωμάτων. Οι προοδευτικοί πολίτες δεν αντέχουν άλλη μια θητεία της Δεξιάς στην εξουσία και απογοητεύονται από τον σημερινό κατακερματισμό στον προοδευτικό χώρο.

Γιατί, χωρίς ένα ξεκάθαρο Σχέδιο Δράσης, οι διακηρύξεις, οι προτάσεις, τα μανιφέστα καταλήγουν τελικά μια απλή ρητορεία, που δεν μπορεί να επιδράσει στην  κοινωνική δυναμική.

Όπως έδειξε και το παράδειγμα του Δήμου Αθηναίων, ο δρόμος αυτός είναι όχι μόνο εφικτός αλλά και αναγκαίος μπροστά στη ραγδαία οπισθοχώρηση της δεξιάς διακυβέρνησης.