
Άρθρο στα “Παραπολιτικά”
Το επικείμενο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ δεν αποτελεί απλώς μία ακόμα αποστειρωμένη κομματική διαδικασία. Συνιστά ένα κρίσιμο πολιτικό ορόσημο για την ίδια την ταυτότητα και τη στρατηγική της ελληνικής κεντροαριστεράς. Σε μια περίοδο όπου οι κοινωνικές ανισότητες βαθαίνουν, η ανασφάλεια εντείνεται και η εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα δοκιμάζεται, το ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε δεν είναι διαδικαστικό. Είναι βαθιά πολιτικό: ποια παράταξη θέλουμε και ποια χώρα επιδιώκουμε να διαμορφώσουμε.
Η συζήτηση που ανοίγει ενόψει συνεδρίου φέρνει στο προσκήνιο ένα θεμελιώδες δίλημμα. Θα επιλέξει το ΠΑΣΟΚ να επανακτήσει τον ρόλο του ως πρωταγωνιστική δύναμη προοδευτικής διακυβέρνησης ή θα διολισθήσει σε μια λογική συμπληρωματικού παράγοντα, αφήνοντας ανοιχτά ενδεχόμενα που θολώνουν το πολιτικό του στίγμα; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι διφορούμενη. Η ιστορία της παράταξης δεν γράφτηκε με όρους πολιτικής ουδετερότητας, ούτε με εκπτώσεις στρατηγικής σαφήνειας. Ούτε η κοινωνία περιμένει από εμάς διαχείριση ισορροπιών. Απαιτεί ξεκάθαρη κατεύθυνση. Και σήμερα, η κατεύθυνση αυτή οφείλει να είναι καθαρά κατεύθυνση ρήξης με τη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και όσα αυτή πρεσβεύει: διαφθορά, σκάνδαλα, παραβίαση του κράτους δικαίου, εξυπηρέτηση των λίγων και εκλεκτών, υποβάθμιση του αγροτικού τομέα, έλλειψη στρατηγικού σχεδίου για την υγιή οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
Η δυναμική που αναπτύσσεται στη βάση της παράταξης και η οποία επιβεβαιώθηκε από τη μαζική συμμετοχή στις κάλπες της 15ης Μαρτίου, καταδεικνύει μια βαθύτερη ανάγκη: την επιστροφή της πολιτικής με περιεχόμενο, σχέδιο και κοινωνικό αποτύπωμα. Γιατί οι πολίτες δεν αναζητούν έναν ακόμη διαχειριστή, αλλά μια δύναμη που μπορεί να αλλάξει πραγματικά τους όρους του παιχνιδιού.
Το ευρωπαϊκό παράδειγμα είναι αποκαλυπτικό. Όπου η σοσιαλδημοκρατία επέλεξε τον δρόμο της αυτονομίας και της προγραμματικής σαφήνειας, κατάφερε να επανασυνδεθεί με την κοινωνία. Αντίθετα, όπου εγκλωβίστηκε σε αμφίσημες επιλογές, οδηγήθηκε σε συρρίκνωση και πολιτική αφάνεια. Το δίδαγμα είναι σαφές: η ξεκάθαρη ταυτότητα είναι προϋπόθεση επιβίωσης.
Στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ διαμορφώνεται πλέον μια νέα πολιτική συνείδηση που αμφισβητεί τον βολικό ενδιάμεσο χώρο. Η κεντροαριστερά δεν μπορεί να είναι ούτε παρακολούθημα, ούτε άλλοθι. Οφείλει να είναι πρωταγωνιστής. Να αρθρώσει ένα συνεκτικό σχέδιο για την κοινωνική συνοχή, την πράσινη μετάβαση, την ενίσχυση των δημόσιων αγαθών και τη δημοκρατική αναβάθμιση των θεσμών, την ενίσχυση της καινοτομίας και της υγιούς επιχειρηματικότητας. Η εμπειρία της αυτοδιοίκησης αποδεικνύει ότι η προοδευτική πολιτική δεν είναι θεωρητική άσκηση. Είναι η πρακτική εφαρμογή αξιών στην καθημερινότητα των πολιτών. Από την ενεργειακή μετάβαση μέχρι την κοινωνική προστασία των ευάλωτων ομάδων, από την ανθεκτικότητα των πόλεων μέχρι τη συμμετοχική διακυβέρνηση, υπάρχει ένας άλλος δρόμος και μπορεί να είναι εφαρμόσιμος. Η πολιτική αποκτά νόημα όταν γίνεται πράξη. Και αυτή η πράξη είναι που καλείται να εκφράσει ξανά το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής. Το συνέδριο, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια εσωτερική διαδικασία. Είναι μια στιγμή αλήθειας. Μια στιγμή που το ΠΑΣΟΚ καλείται να επιλέξει την αυτοπεποίθηση, τη στρατηγική καθαρότητα και την προοπτική. Στο τέλος, το ερώτημα είναι απλό αλλά αμείλικτο: «Θα είμαστε δύναμη αλλαγής ή δύναμη προσαρμογής;» Η απάντηση δεν αφορά μόνο την παράταξη. Αφορά την ίδια την πορεία της χώρας.